Εν συντομία... Εξοπλισμοί στο 5% - ένα σχόλιο από τον Θ. Μαράκη
Στην επιβεβαίωση των προθέσεων των μελών του ΝΑΤΟ για ένα νέο στόχο αμυντικών δαπανών ύψους 5%, προχώρησε ο Γενικός Γραμματέας της συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, σημειώνοντας το ορόσημο της συνόδου κορυφής του Ιουνίου, ικανοποιώντας ένα αίτημα του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ που αρχικά φαινόταν μη ρεαλιστικό.
«Υποθέτω ότι στη Χάγη θα συμφωνήσουμε σε έναν υψηλότερο στόχο για τις αμυντικές δαπάνες, συνολικά 5%», δήλωσε ο Ρούτε κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνεδρίασης ερωτήσεων και απαντήσεων στην κοινοβουλευτική συνέλευση του ΝΑΤΟ στις ΗΠΑ.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ντικ Σούφ, είχε αναφέρει ότι το ποσοστό αυτό είχε προταθεί από τον γενικό γραμματέα και το Bloomberg ανέφερε τη θετική δυναμική προς την επίτευξη του. Αυτή ήταν η πρώτη δημόσια υποστήριξη του στόχου από τον Ρούτε.
Αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες θα μπορούσαν να συμφωνηθούν στη σύνοδο κορυφής του NATO, το 2025, εντείνοντας την πίεση στους εθνικούς προϋπολογισμούς
Τι περιλαμβάνει η νέα πρόταση
Η πρόταση περιλαμβάνει στόχο 3,5% για τις σκληρές αμυντικές δαπάνες και επιπλέον 1,5% για δαπάνες που σχετίζονται με την άμυνα, όπως οι υποδομές για τη στρατιωτική κινητικότητα. Ο Ρούτε δεν επιβεβαίωσε τις λεπτομέρειες, αλλά δήλωσε ότι ο στόχος για τις σκληρές αμυντικές δαπάνες θα είναι «σημαντικά περισσότερο του 3%» με έναν επιπλέον στόχο για τις σχετικές δαπάνες.
Ο Τραμπ απαίτησε για πρώτη φορά από τους συμμάχους να δαπανήσουν το 5% νωρίτερα φέτος, αφού απείλησε να αποχωρήσει από τη συμμαχία ή να προστατεύσει μόνο τους συμμάχους που δαπανούν αρκετά για την άμυνα.
Το ποσοστό αυτό θεωρήθηκε ευρέως μη ρεαλιστικό όταν το ανέφερε για πρώτη φορά, αλλά οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς συμφώνησαν να κατανοήσουν ότι οι δαπάνες τους έπρεπε να αυξηθούν δραστικά.
Μόνο 23 από τους 32 συμμάχους πέτυχαν τον τρέχοντα στόχο του 2% για τις δαπάνες, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΝΑΤΟ που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο. Όμως όλοι τους αναμένεται να τον επιτύχουν μέχρι το καλοκαίρι, ανέφερε το Bloomberg. (πηγή Οικ. Ταχ)
Για τις επενδύσεις
Σε φάση σταδιακής ανάκαμψης έχει μπει τα τελευταία τρία χρόνια το σύνολο του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας, έπειτα από τη μείωσή του κατά 37 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2021, σε ένα μέγεθος που αποτυπώνει τη συρρίκνωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας. Σύμφωνα με την ανάλυση 7 Ημέρες Οικονομίας της Eurobank, για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος της κρίσης απαιτούνται καθαρές επενδύσεις παγίων 19 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια.
Όπως εξηγούν οι οικονομολόγοι της Eurobank, σε κάθε περίοδο, οι επενδύσεις παγίων προσθέτουν φυσικό κεφάλαιο (physical capital) στην οικονομία. Οι νέες υποδομές, τα νέα εργοστάσια, ο νέος μεταφορικός εξοπλισμός, ο νέος εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας, ο νέος μηχανολογικός εξοπλισμός κ.α., ενισχύουν τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Εντούτοις, σε κάθε περίοδο, ένας μέρος του υπάρχοντος φυσικού κεφαλαίου αποσβένεται, δηλαδή αποσύρεται από την παραγωγική διαδικασία (π.χ. λόγω τεχνολογικής απαξίωσης, αυξανόμενου κόστους λειτουργίας, συντήρησης κ.α.). Όταν οι επενδύσεις παγίων είναι υψηλότερες από τις αποσβέσεις, δηλαδή όταν το φυσικό κεφάλαιο που προστίθεται στην οικονομία υπερβαίνει το φυσικό κεφάλαιο που αποσύρεται, οι καθαρές επενδύσεις παγίων είναι θετικές και το σύνολο του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγεθύνεται. Όταν συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή όταν οι επενδύσεις παγίων υπολείπονται των αποσβέσεων, οι καθαρές επενδύσεις παγίων είναι αρνητικές και το σύνολο του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού συρρικνώνεται. Στο παρόν τεύχος του δελτίου 7 Ημέρες Οικονομία παρουσιάζουμε τα εν λόγω στοιχεία για την ελληνική οικονομία.2010-2021 – Αρνητικές καθαρές επενδύσεις παγίων και συρρίκνωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας
Η κατακόρυφη πτώση των επενδύσεων παγίων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους είχε ως αποτέλεσμα για πολλά χρόνια να υπολείπονται των αντίστοιχων αποσβέσεων. Η εν λόγω απόκλιση διατηρήθηκε για μια 12ετία (2010-2021) και οδήγησε στη συρρίκνωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της οικονομίας κατά 88,7 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές. Η αντίστοιχη μείωση σε σταθερές τιμές εκτιμάται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα 87 δισ. ευρώ ή στο -10,2% σε όρους ποσοστιαίας μεταβολής. Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν τη διττή επίδραση των επενδύσεων παγίων στην οικονομία. Η μεγάλη κάμψη τους στις αρχές της δεκαετίας του 2010 δεν επηρέασε αρνητικά μόνο τη ζήτηση και το παραγόμενο προϊόν της ελληνικής οικονομίας αλλά και τη δυνητική προσφορά. Σύμφωνα με τους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς θεσμικών τομέων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), τα νοικοκυριά, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων, είχαν μακράν τη μεγαλύτερη συνεισφορά στη συρρίκνωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010-2021 (-53,1 δισ. ευρώ). Αυτό το αποτέλεσμα αντανακλά: 1ον, τη μεγάλη μείωση των επενδύσεων των νοικοκυριών σε κατοικίες και 2ον, το υψηλό μερίδιο των κατοικιών επί του συνόλου των επενδύσεων στην Ελλάδα πριν την κρίση χρέους. Σε ό,τι αφορά τους υπόλοιπους θεσμικούς τομείς, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 27,4 δισ. ευρώ και της γενικής κυβέρνησης κατά 9,9 δισ. ευρώ, ενώ στις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις καταγράφηκε αύξηση του φυσικού κεφαλαίου κατά 1,8 δισ. ευρώ. Συνεπώς, εξαιρουμένων των θεσμικών τομέων των νοικοκυριών και των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, η μείωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010-2021 ήταν 37,3 δισ. ευρώ. Αυτό το μέγεθος είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικό της συρρίκνωσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας σε όρους απωλειών φυσικού κεφαλαίου τη 12ετία 2010-2021, σημειώνει η Eurobank. (πηγή money review)
Η Γερμανία πρώτη στις πιστώσεις
Για πρώτη φορά μετά από 34 χρόνια, η Ιαπωνία δεν είναι πια ο μεγαλύτερος πιστωτής του κόσμου, παρότι τα περιουσιακά της στοιχεία στο εξωτερικό άγγιξαν επίπεδο-ρεκόρ.
Ειδικότερα, η αξία τους διαμορφώθηκε στα 533,05 τρισ. γιέν (3,7 τρισ. δολάρια) στο τέλος του 2024, καταγράφοντας αύξηση περίπου 13% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Παρότι πρόκειται για ιστορικό υψηλό, το ποσό αυτό ξεπέρασε η Γερμανία, της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό αποτιμώνται στα 3,97 τρισ. δολάρια (569,7 τρισ. γιέν). Η Ιαπωνία διατηρούσε την παγκόσμια κορυφή στις άμεσες ξένες επενδύσεις από το 1991.
Η άνοδος της Γερμανίας στην κατάταξη αντανακλά το μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο έφτασε τα 248,7 δισ. ευρώ το 2024 ιδίως χάρη στην ισχυρή της επίδοση στο εμπόριο. Το διεθνές επενδυτικό πλεόνασμα της Ιαπωνίας από την άλλη πλευρά, ήταν περίπου 180 δισ. ευρώ (29,4 τρισ. γιέν). Πέρυσι, η ισοτιμία ευρώ-γιέν ανέβηκε περίπου 5%, ενισχύοντας την αύξηση των γερμανικών assets έναντι των ιαπωνικών σε όρους γιέν. (πηγή: money review)

